Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Χαμοσωσίβια


Από λάθος σ’ άλλο λάθος και περνούσε ο καιρός,
ώσπου βρέθηκα στο τέλος τρομαγμένος ναυαγός.
Έβγαλα φωνή μεγάλη, κάποιος δίπλα μου να ρθεί,
οι παλιοί καλοί μου φίλοι τρέξαν χαμογελαστοί.

Μού ’πανε να μη φοβάμαι, μόνος μου δε θ’ αφεθώ
και σωσίβιο μου ρίξαν στον αφρό να κρατηθώ.
Σαν το φόρεσα συνήλθα, είπα τώρα θα σωθώ
μα στο πρώτο κυματάκι παραλίγο να χαθώ.

Είδαν το κατάντημά μου, μού μιλήσανε πικρά
και σωσίβιο καινούριο μού πετάξανε ξανά.
Δυο σωσίβια μαζί μου ήταν πλέον λογικό
μοναχός να κολυμπήσω, να γλυτώσω το βυθό.

Έβαλα τα δυνατά μου για να φτάσω στην ακτή,
τα σωσίβιά μου βρόχος και το σώμα μου βαρύ,
οι ελπίδες μου χαμένες, πάλι φόβος να πνιγώ,
ξαναήρθανε οι φίλοι μ’ ένα ύφος βλοσυρό.

Μου πετάξανε και τρίτο, τελευταίο, στο χαμό
και φωνές και επιπλήξεις, επιτέλους να ντραπώ.
Με σκυμμένο το κεφάλι, πού να ρίξω τη ματιά,
με κατηγορούνε ψεύτη, μα με λεν και φουκαρά.

Τώρα θαλασσοδαρμένος τα σωσίβια κοιτώ,
και τα τρία ήταν τρύπια, πώς μπορούσα να σωθώ;
Απ’ την πρώτη μου τη θέση που μού ήρθαν οι βοηθοί
έχω φτάσει σε σημείο, περισσότερο βαθύ.

Φέρνω πίσω το μυαλό μου, όταν έβγαλα φωνή,
κι ήρθαν πρόθυμοι οι φίλοι να με βγάλουν στην ακτή.
Είπανε πως με τραβούνε σε απάνεμα ρηχά,
πίστεψα κι εγώ τα πάντα, όπως κάνουν τα παιδιά.

Μες στο πέλαγος χαμένος, μα εκείνοι κυνικοί,
ψάχνουν τα ιμάτιά μου να τα βγάλουν στο σφυρί,
τη βοήθεια που μου δώσαν τη χρεώνουν ακριβά,
τα σωσίβια ζητούνε να πληρώσω για χρυσά.

Σκέφτομαι ξανά τα λάθη, χρόνιες αναβολές,
τις μεγάλες αυταπάτες, τις θολές επιλογές,
των προγόνων τις αξίες, τα πολύτιμα ρητά,
που τα είχα στα βιβλία μα τα κράτησα κλειστά.

Υπερώριμος ο χρόνος μοναχός μου να σωθώ
και σωσίβια δεν πρέπει άλλα πια να καρτερώ.
Όποια λύση και να ψάξω θα μου βγει οδυνηρή.
Μα ως πότε ο βρεγμένος θα φοβάται τη βροχή;


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ποιητικές ...προεκτάσεις


Η σύναξη των ποιητών μεγάλη,
και ήταν κριτικοί και άλλοι.
Διαβάστηκαν πολλά,
ήρθε και του κυρίου Κ. η σειρά:
Το μήλο
Του κόκκινου η όραση στην ένταση του ύψους,
ήταν τ’ απόγεμα ζεστό,
κι ανέβηκα στην κυδωνιά να κόψω ένα μήλο.
Εμπρός μου η λεπτότητα,
ο φόβος και η κάθοδος.
Και το αρχέγονο το ξύλο.
Κι ας ήταν η πληγή.
Πανέμορφο το μήλο!
           - - - - - - - -
Χειροκροτήματα! Και μίλησαν πολλοί.
Κι είπε ο πρώτος:
Το προπατορικό αμάρτημα (μήλο)
κι η προβολή του
στις παιδικές μνήμες (αναρρίχηση)
κτλ, κτλ.
Κι είπε ο δεύτερος:
Του ποιητή ευαισθησία μες στο παράλογο,
αίσθηση πρώτη η όραση,
το κόκκινο κυρίαρχο
κτλ. κτλ.
Κι είπε ο τρίτος:
Στρουκτούρα τής υψοφοβίας
και της απροσδιοριστίας,
κτλ. κτλ.
Είπανε κι άλλοι διάφορα
κι ανέλυσε κι ο κύριος Κ. που ήταν και βαρήκοος:

Ένα ζεστό απόγεμα καθόμουν στην αυλή μου
κι είδα ένα μήλο κόκκινο στην όμορφη μηλιά,
μα ήταν ο κορμός ψηλός,
κι ανέβηκα στην κυδωνιά, δίπλα της φυτεμένη.

Τόσα κλαδιά, όλα λεπτά.
Φοβήθηκα,
κατέβηκα
και βρήκα ένα ξύλο,
ήταν στεγνό μα δυνατό,
και χτύπησα το μήλο.
Ας ήτανε το σκίσιμο.
Πανέμορφο το μήλο!

(Φιλοξενήθηκε τον Οκτώβριο 2014
σε δρώμενο της φίλης Αριστέας στο
εξαιρετικό μπλοκ της "η ζωή είναι ωραία")

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Βολή στην ομορφιά


Το χιόνι έπεσε πυκνό τη νύχτα
κι η μέρα βρήκε στολισμένο το χωριό.
Δεσπόζουνε τα βράχια και τα πεύκα,
κυρίαρχο απ’ άκρη σ’ άκρη το λευκό.

Στου κρύου πρωινού την ησυχία,
κι ενώ αδύναμος ο ήλιος προσπαθεί,
δυο ζωηρά πανέμορφα κοτσύφια
ψάχνουν τροφή, μα έχουν όλα σκεπαστεί.

Στη γέρικη μηλιά τούς ξαναβρίσκουν
τους ξεχασμένους μικροσκοπικούς καρπούς,
σήμερα όμως δε θα τους αφήσουν
κι έχουν αρχίσει βιαστικούς τούς ραμφισμούς.

Μέσα στη χάρη τους και τη χαρά τους
ούτε που νιώθουνε τον κίνδυνο κοντά,
ο έφηβος αδίστακτα, σιμά τους
και τη σκανδάλη ανυπόμονα πατά.

Το ένα, έντρομο, στα ύψη φεύγει,
το άλλο, άτυχο, στο χιόνι σπαρταρά,
ο νέος, ευτυχής για τη βολή του,
στη ζώνη του το τρόπαιο κρεμά.

Ακόμα ένας, ό,τι πρέπει στόχος
και του πατέρα πλέον μοιάζει στις βολές,
το όνειρό του, στο σημάδι πρώτος,
και στην παρέα θ’ ανεβούν οι μετοχές.

Πληθώρα εξισώσεις στα θρανία,
μαθήματα αδιάφορα πολλά.
Δική του μοναχά η ατυχία
να μη μπορεί να δει την ομορφιά;


Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Ανθρωποβόμβες


Φτώχεια και όπιο θρησκοληψίας,
ιερατείων φριχτές απειλές,
απαρασάλευτο σκότος παιδείας,
παραδεισένιες φαιδρές αμοιβές.

Πολιτισμένων κερδώες προκλήσεις,
πλούτου αφαίμαξη ιθαγενών,
ανερυθρίαστα όπλων πωλήσεις,
συνενοχή μισθοφόρων στυγνών.

Άθλιο μίγμα με χρήμα και μύθους,
ακαταμάχητο όπλο τυφλό.
Ανθρωποβόμβες απύθμενου μίσους
θάνατο σπέρνουν χωρίς δισταγμό.
Και φουντωμένος ο τρόμος τού πλήθους,
εύφορη γη στον παλιό φασισμό.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Απόκληρου πρωτοχρονιά


Λόγια ωραία, ευχές και αγάπες,
εύκολα, όμορφα και φωτεινά,
όμως εκεί στου χωριού μου την άκρη
ένας απόκληρος στην παγωνιά.

Πόρτα παμπάλαιη, σπίτι τής φτώχειας,
τζάκι σβησμένο, το κρύο βαρύ,
ένα «Υπάρχω» στο γκρίζο γραμμένο,
έξυσε μέσα μου την ενοχή.

Πέρασαν κάποια παιδιά τής αγάπης
από την πάνω καλή γειτονιά,
μ’ ένα τραγούδι τού φέραν ελπίδα
και του ψαλίδισαν τη μοναξιά.

Πήγα κι εγώ μυστικά το βραδάκι.
Κάτω απ’ την πόρτα μικρή αρωγή
(ήταν περίσσευμα σ’ ένα τσεπάκι).
Κάπως συμμάζεψα την ενοχή…

           Αφορμή των στίχων, η περυσινή συγκινητική ανάρτηση
           της φίλης Βαρβάρας, 1-1-16 στα «Κέριναποιήματα».


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Κάποτε


Τι εποχή ήταν κι εκείνη…
Να καταγγέλλουν λαοπλάνοι τούς αγύρτες,
δημοκρατία να ζητάνε οι φασίστες,
να εγκαλούν οι εφιάλτες τούς προδότες,
προσκυνημένοι να προγκίζουν μειοδότες.

Τι εποχή αλήθεια…
Δημαγωγοί να επικρίνουν δημοκόπους,
οι ψεύτες να φωνάζουνε γι’ απάτες,
αιρετικοί ν’ αποκηρύσσουν αποστάτες.

Τι εποχή, πώς να την πεις…
Σπιθαμιαίοι να περιγελούνε νάνους,
αθύρματα να βρίζουν τους γελοίους,
οι τιποτένιοι να μαλώνουν τους αχρείους.

Τι εποχή, πώς να τη δεις…
Τυχάρπαστοι να ψέγουν τυχοδιώκτες,
να κρίνουν ραδιούργοι τους πανούργους,
κακοποιοί να κυνηγούνε τους κακούργους.

Ήταν καιρός μιας ξένης πολιτείας,
υπήκοοι βουβοί να βλέπουν…
Οι μεν, πώς είναι η μαυρίλα τής αλήθειας,
οι δε, πώς είναι η αλήθεια τής μαυρίλας.


Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Χαμογελαστή Ανθρωπιά


Δεν ήταν τυποποιημένο,
συνηθισμένο, των πολλών.
Δεν έμοιαζε δασκαλεμένο
σεμιναρίου στελεχών.

Είχε αγνότητα και χάρη
σαν μια εικόνα τού καλού,
ήταν χαμόγελο πηγαίο
ενός προσώπου καθαρού.

Βαριά είχε κινήσει η μέρα,
με μια σκοτούρα-απειλή,
να πάω έπρεπε αμέσως
για ένα πρόβλημα οξύ.

Σε κάποια γραφειοκρατία
μια εκκρεμότητα ετών,
από τον Άννα στον Καϊάφα
μέσα στο άγχος των χαρτιών.

Εκεί στο τέσσερα γραφείο
την είδα πρώτη μου φορά,
ευγενικά την καλημέρα
ανθρώπινα και φιλικά.

Υπάλληλος καταρτισμένη
με διάθεση για προσφορά,
κατάλαβε το πρόβλημά μου,
βρήκε το λάθος στα χαρτιά.

Υπεύθυνα και με το νόμο
έδωσε λύση τελική,
εκεί που οι προκάτοχοί της
αδιάφοροι και κυνικοί,
δε με αφήναν τρία χρόνια
να κοιμηθώ ως το πρωί.

Το άγχος μου τελειωμένο,
ελεύθερη αναπνοή.
Εκεί στο τέσσερα γραφείο
βρήκα την τύχη γελαστή.