Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Είκοσι χρόνια


Είκοσι χρόνια!
Κι έξαφνα μπρος μου εκείνη!
Μ’ ένα πανέμορφο στην αγκαλιά.

Σίγουρα ήταν εκείνη.
Στάθηκε δίχως να βγάλει μιλιά.
Όμως λαλίστατο είχε το βλέμμα,
κι όσα ξεσκέπασε, αληθινά:

(Ήταν δικές σου οι όμορφες λέξεις
που με τυλίξανε σαν πυρκαγιά,
τι τρυφερές οι γλυκές υποσχέσεις,
κι άνθισε η ζήση μου σαν μυγδαλιά.

Ήσουν εσύ που θερμά την ξεκίνησες
μες στην ψυχή μου μεγάλη γιορτή,
ήσουν εσύ που ψυχρά την τελείωσες
κι έγινε πάλι η ζωή μου πεζή.
Μες στη δική σου ψυχή, πώς εξήγησες,
δίχως αιτία φυγή σιωπηρή;)

Έτσι μου μίλησε με τη μορφή της,
λέξη δε βρήκα καμιά να της πω.

Πήρε το βλέμμα της και τη σιωπή της,
τράβηξε ίσια με βήμα κοφτό.
Γύρισε μόνο τ’ ωραίο παιδί της,
μού ’κανε γεια μ’ ένα γέλιο γλυκό.

                  (Στίχοι αφιερωμένοι στο φίλο Θ., το μοναχικό).


Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Χόμο Χιρόσιμους


Άφησες πίσω αδέρφια, ξαδέρφια,
ζούγκλες, σαβάνες, πυκνόφυλλα δέντρα,
βρήκες τον τρόπο να χτίσεις καλύβες.
Κράτησες μέσα σου τους χιμπατζήδες.

Έμαθες μες στα θηρία το φόβο,
λάβα σπασμένη αγχέμαχο όπλο,
των εργαλείων δεινός εφευρέτης
και στο νερό θαρραλέος ερέτης.

Κόπος αδιάλειπτος η εμπειρία
κι από κοντά σου λαβή η θρησκεία,
ο πονηρός, τού θεού ο μεσίτης,
τρέξε εσύ και αγρότης και χτίστης.

Μες στα χωριά οι καλοί και οι άλλοι,
πότε τραγούδια και πότε η πάλη,
Κάιν ακμαίοι στο νόμο τής βίας,
κλέη απάνθρωπα της Ιστορίας.

Αγωνιστής, φοβερός χειρομάχος,
πότε με άλλους και πότε μονάχος,
πολιτισμός στων αιώνων τη δίνη,
μέσα στην πρόοδο και η οδύνη.

Χιλιετίες, μυριάδες σελίδες.
Πάντα στο αίμα σου οι χιμπατζήδες.
Πνεύμα και πόλεμος όμοιο το βήμα.
Και η κατάληξη στη Χιροσίμα.


Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Η Ιστορία περιμένει


Η σιγουριά των ιδεών των παρελθόντων μας ετών
σε ποιο σκαλί κακοπεσμένη;
Η αίγλη των ιδανικών αγριεμένων εποχών
σε ποια σελίδα ξεχασμένη;

Εκείνη η γυαλιστερή ορμή των ενθουσιασμών
σε ποιο σκοτάδι σκουριασμένη;
Η θαρραλέα διαδρομή ελπιδοφόρων ιαχών
σε ποια γωνιά ξεψυχισμένη;

Η έλευση παλιών δεινών, πληγή στο σώμα των εθνών,
στα μάτια όλων δεδομένη.
Μέσα στη στάχτη σιωπηλή μνήμη αγώνων των λαών.
H Ιστορία περιμένει…


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Προς αναχωρητές


Ψυχές ευγενικές και ντελικάτες,
υπάρξεις εύθραυστες,
αν σας γυρίσανε τις πλάτες,
μη φύγετε.

Υπάρχουν κι άλλοι. Λίγοι, μα υπάρχουν,
μαζί σας να σηκώνουν την αλήθεια,
κι ας σημειώνει νίκες η ασχήμια.
Μη φύγετε.

Κι αν δεν τους βρίσκετε αυτούς τους λίγους,
γιατί κι εκείνοι σιωπηλοί,
βέβαιο είναι πως υπάρχουν.
Κι είναι αυτό πολύ!


Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αγρανάπαυση


Κάποιοι φθαρμένοι σπόνδυλοι, οι ώμοι και τα χέρια
εδώ και μήνες φωνασκούν, ανάπαυση ζητούν,
δεν πήρανε κανονικές άδειες τα καλοκαίρια
και τώρα στο ωράριο μείωση απαιτούν…

                                                                    (Ου γαρ έρχεται μόνον…)


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Εκείνη σαν όνειρο


Μέσα στη θλίψη με βρήκε το μήνυμα
σε καταφύγιο μοναχικό.
Λίγο απαίτηση, λίγο παράκληση,
φίλος παλιός μ’ έναν λόγο θερμό
με προσκαλούσε σε κάποια συνάθροιση.
Δε θα μπορούσα σ’ αυτόν ν’ αρνηθώ.

Φίλοι και άλλοι, πολύβουη σύναξη,
γέλια, τραγούδια, χορός και χαρές,
νοσταλγική η ωραία συνύπαρξη
και τα ποτήρια, υγείες, ευχές.

Όμως εγώ βουτηγμένος στα άγχη μου,
και οι κινήσεις μου μηχανικές,
σαν θεατής στην απόμερη άκρη μου,
χείλη σφιγμένα, κουβέντες λειψές.

Γκρίζα η όψη μου, γκρίζα η σκέψη μου,
και στο ρολόι οι δείκτες αργοί.
Ώσπου εκεί, στην απόμακρη θέση μου
ήρθε Εκείνη, απλή, γελαστή.

Ήταν για μένα μια ύπαρξη άγνωστη.
Ήρθε κοντά μου με λόγια ζεστά
να ξεθωριάσει τη γκρίζα μου διάθεση,
ανεπιτήδευτα, διακριτικά.

Ήταν το βλέμμα της εύφορη όαση,
που μου λιγόστεψε την ερημιά,
και με δική μου – δική της απόφαση
βρέθηκα μες στο χορό τελικά.

Βεβιασμένα τα πρώτα χαμόγελα,
όμως τα χέρια της λυτρωτικά.
Όσα πριν λίγο θαμπά και ανώφελα,
γίνονταν έξαφνα ελκυστικά.

Θλίψη, κατήφεια στο περιθώριο,
χείλη λυμένα, κουβέντες πολλές,
ήταν σαν ένα παράξενο όνειρο
κι είχε μονάχα ωραίες στιγμές.

Μέσα στο πλήθος σε λίγο την έχασα,
την αναζήτησα μ’ επιμονή,
αγωνιώντας, για ώρα την έψαξα.
Μάταιος κόπος. Καμία φωνή.

Ρώτησα τόσους να μάθω ποια ήτανε,
ποιο τ’ όνομά της και πώς να τη βρω.
Άγνωστη είπαν, κανείς δεν την ήξερε,
λες κι ήταν όμορφο αερικό.

Δέκατη μέρα. Παλιά η συνάντηση,
μέσα μου κι έξω βαριά χειμωνιά,
μένει Εκείνης γλυκιά η ανάμνηση
σαν το κερί σε πηχτή σκοτεινιά.

Δέκατη μέρα, πυκνό το χιονόνερο.
Τακ-τακ στην πόρτα μου, διστακτικά.
Ποιον περιμένω; Να είμαι σε όνειρο;
Μπρος μου Εκείνη με χέρια ανοιχτά!

Είναι αλήθεια! Μα είναι σαν όνειρο,
έχω μπροστά μου θερμή αγκαλιά.

Μες στο χειμώνα μου όλα ανθίσανε,
άφαντη έγινε η ερημιά.
Αστραπιαία τα μάτια μιλήσανε.
Όρκοι αυθόρμητοι, χίλια φιλιά!


Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Συκοφάντης


Απρόσμενα, χωρίς καμιάν αιτία
κι ενώ το κλίμα ήταν ανθηρό,
βαριεστημένοι οι καλοί του φίλοι,
τον αποφεύγουν, είναι φανερό.

Κοντά του μόνο δύο απομένουν,
όπως και πάντα σίγουροι κι απλοί,
με ειλικρίνεια τον συντροφεύουν,
σε όλα τους καθάριοι και αγνοί.

Δεν άργησε να μάθει την αιτία
πώς ξάφνου η ατμόσφαιρα θολή,
μια άθλια χοντρή συκοφαντία,
που όμως την πιστέψανε πολλοί.

Κατάλαβαν κι επέστρεψαν οι φίλοι,
μονάχα τρεις δε γύρισαν ξανά.
Καλύτερα; χειρότερα; ποιος ξέρει;
Μα τούτο τον ενόχλησε βαθιά.

Σαν φλόγα τού κεριού ο συκοφάντης
να κάψει το χρυσάφι προσπαθεί,
ποτέ δεν καταφέρνει να το λιώσει,
να το μαυρίσει όμως το μπορεί…