Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Προς αναχωρητές


Ψυχές ευγενικές και ντελικάτες,
υπάρξεις εύθραυστες,
αν σας γυρίσανε τις πλάτες,
μη φύγετε.

Υπάρχουν κι άλλοι. Λίγοι, μα υπάρχουν,
μαζί σας να σηκώνουν την αλήθεια,
κι ας σημειώνει νίκες η ασχήμια.
Μη φύγετε.

Κι αν δεν τους βρίσκετε αυτούς τους λίγους,
γιατί κι εκείνοι σιωπηλοί,
βέβαιο είναι πως υπάρχουν.
Κι είναι αυτό πολύ!


Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Αγρανάπαυση


Κάποιοι φθαρμένοι σπόνδυλοι, οι ώμοι και τα χέρια
εδώ και μήνες φωνασκούν, ανάπαυση ζητούν,
δεν πήρανε κανονικές άδειες τα καλοκαίρια
και τώρα στο ωράριο μείωση απαιτούν…

                                                                    (Ου γαρ έρχεται μόνον…)


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Εκείνη σαν όνειρο


Μέσα στη θλίψη με βρήκε το μήνυμα
σε καταφύγιο μοναχικό.
Λίγο απαίτηση, λίγο παράκληση,
φίλος παλιός μ’ έναν λόγο θερμό
με προσκαλούσε σε κάποια συνάθροιση.
Δε θα μπορούσα σ’ αυτόν ν’ αρνηθώ.

Φίλοι και άλλοι, πολύβουη σύναξη,
γέλια, τραγούδια, χορός και χαρές,
νοσταλγική η ωραία συνύπαρξη
και τα ποτήρια, υγείες, ευχές.

Όμως εγώ βουτηγμένος στα άγχη μου,
και οι κινήσεις μου μηχανικές,
σαν θεατής στην απόμερη άκρη μου,
χείλη σφιγμένα, κουβέντες λειψές.

Γκρίζα η όψη μου, γκρίζα η σκέψη μου,
και στο ρολόι οι δείκτες αργοί.
Ώσπου εκεί, στην απόμακρη θέση μου
ήρθε Εκείνη, απλή, γελαστή.

Ήταν για μένα μια ύπαρξη άγνωστη.
Ήρθε κοντά μου με λόγια ζεστά
να ξεθωριάσει τη γκρίζα μου διάθεση,
ανεπιτήδευτα, διακριτικά.

Ήταν το βλέμμα της εύφορη όαση,
που μου λιγόστεψε την ερημιά,
και με δική μου – δική της απόφαση
βρέθηκα μες στο χορό τελικά.

Βεβιασμένα τα πρώτα χαμόγελα,
όμως τα χέρια της λυτρωτικά.
Όσα πριν λίγο θαμπά και ανώφελα,
γίνονταν έξαφνα ελκυστικά.

Θλίψη, κατήφεια στο περιθώριο,
χείλη λυμένα, κουβέντες πολλές,
ήταν σαν ένα παράξενο όνειρο
κι είχε μονάχα ωραίες στιγμές.

Μέσα στο πλήθος σε λίγο την έχασα,
την αναζήτησα μ’ επιμονή,
αγωνιώντας, για ώρα την έψαξα.
Μάταιος κόπος. Καμία φωνή.

Ρώτησα τόσους να μάθω ποια ήτανε,
ποιο τ’ όνομά της και πώς να τη βρω.
Άγνωστη είπαν, κανείς δεν την ήξερε,
λες κι ήταν όμορφο αερικό.

Δέκατη μέρα. Παλιά η συνάντηση,
μέσα μου κι έξω βαριά χειμωνιά,
μένει Εκείνης γλυκιά η ανάμνηση
σαν το κερί σε πηχτή σκοτεινιά.

Δέκατη μέρα, πυκνό το χιονόνερο.
Τακ-τακ στην πόρτα μου, διστακτικά.
Ποιον περιμένω; Να είμαι σε όνειρο;
Μπρος μου Εκείνη με χέρια ανοιχτά!

Είναι αλήθεια! Μα είναι σαν όνειρο,
έχω μπροστά μου θερμή αγκαλιά.

Μες στο χειμώνα μου όλα ανθίσανε,
άφαντη έγινε η ερημιά.
Αστραπιαία τα μάτια μιλήσανε.
Όρκοι αυθόρμητοι, χίλια φιλιά!


Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Συκοφάντης


Απρόσμενα, χωρίς καμιάν αιτία
κι ενώ το κλίμα ήταν ανθηρό,
βαριεστημένοι οι καλοί του φίλοι,
τον αποφεύγουν, είναι φανερό.

Κοντά του μόνο δύο απομένουν,
όπως και πάντα σίγουροι κι απλοί,
με ειλικρίνεια τον συντροφεύουν,
σε όλα τους καθάριοι και αγνοί.

Δεν άργησε να μάθει την αιτία
πώς ξάφνου η ατμόσφαιρα θολή,
μια άθλια χοντρή συκοφαντία,
που όμως την πιστέψανε πολλοί.

Κατάλαβαν κι επέστρεψαν οι φίλοι,
μονάχα τρεις δε γύρισαν ξανά.
Καλύτερα; χειρότερα; ποιος ξέρει;
Μα τούτο τον ενόχλησε βαθιά.

Σαν φλόγα τού κεριού ο συκοφάντης
να κάψει το χρυσάφι προσπαθεί,
ποτέ δεν καταφέρνει να το λιώσει,
να το μαυρίσει όμως το μπορεί…


Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η σκοτεινή πλευρά


Φιλότιμος, μακρόθυμος, πηγαίος,
ειλικρινής και προσηνής,
ανυστερόβουλος, γενναίος,
ευαίσθητος, αλτρουιστής.

Επαίνους και χτυπήματα στην πλάτη
είχε μαζέψει και χαρεί από μικρός.

Δεν κάκιωνε στις ψεύτικες φιλίες,
με όλους καθαρός και ανοιχτός,
ούτε διύλιζε φτηνές υποκρισίες.
Και ήμερα κυλούσε ο καιρός.

Μα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου,
σαν τον πλημμύρισε το ψέμα το πολύ
με κολακείας σκοπιμότητες χυδαίες,
εκμεταλλεύσεις δίχως κάποια συστολή.

Ξαναμελέτησε τις όμορφες ιδέες.
Κι άφησε πίσω του το άδολο παιδί.

Γυρίσανε ανάποδα οι δείκτες
και υποψίες τού καρφώθηκαν στο νου,
εκεί που έβλεπε μονάχα καλοσύνες,
τώρα ξεφύτρωνε η όψη τού κακού.

Τους άφησε ανάποδα τους δείκτες
να σβήνουνε γοργά το παρελθόν,
συμμάζεψε αγάπες και φιλίες
κι όρθωσε φράχτη στο δικό του το παρόν.

Ξεφόρτωσε το βάρος των επαίνων
και των χαμόγελων την άφθονη βαφή.
Πήρε στα χέρια του τη ρότα των ανέμων,
από των άλλων την τριβή ν’ απαλλαγεί.

Ελεύθερος στη νέα του πορεία,
στην άκρη τα φορτία τα παλιά.

Μα έπεσε βαριά η εμπειρία,
θηρίο ψυχοβόρο η μοναξιά.
Ετούτη η  ακραία ελευθερία
είχε μιαν άλλη, κατασκότεινη, πλευρά.


Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ελλάς ελλήνων χριστιανών ΕΑΤ-ΕΣΑ


Σαν σφάγιο πάνω στο κρύο τσιμέντο,
κορμί μαυρισμένο, σπασμένα πλευρά.
Γελούν στο κελί της με ύφος γενναίο,
και μ’ έναν κουβά τής πετούνε νερά.

Για μπάλα την είχαν οι δέκα αρβύλες,
μια ώρα κλωτσούσαν χωρίς δισταγμό,
βροχή οι βρισιές τους, χριστούς, παναγίες,
με λύσσα κι οι πέντε μπροστά στον εχθρό,
κι εκείνη, νεκρές-ζωντανές τις αισθήσεις,
με πείσμα κρατούσε το στόμα κλειστό.

Σταμάτησαν πια ιδρωμένοι οι πέντε,
η ώρα πλησίασε για φαγητό,
στολή ευπρεπίζουν, αρβύλες σκουπίζουν,
να έχουν σωστό παρουσιαστικό
Με τάξη στις θέσεις μπροστά στο τραπέζι.
Και πριν ξεκινήσουνε κάνουν σταυρό.

                              Ανάρτηση αφιερωμένη σ’ εκείνους που έπεσαν
                                       στα νύχια των υπανθρώπων της χούντας.


Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Φέρομαι και με φέρουν στην 20η


Ευδιάκριτα επάνω μου προβλήματα υγείας,
δε φρόντισα για συμβουλή ενός καλού γιατρού,
ήμουνα της αναβολής και της αδιαφορίας
και κάποια μέρα έπεσα σε κρίση πανικού.

Ήρθανε ξάφνου τρεις γιατροί για να με συνεφέρουν,
φαίνεται η αρρώστια μου ήταν πολύ βαριά.
Αρχίσανε παράξενα  λογάκια να προφέρουν
και φάρμακα πανάκριβα να γράφουν στη σειρά.

Είπανε, για χατίρι μου τα πάντα θα προσφέρουν,
αν κάνω ό,τι θα μου πουν κι είμαι καλό παιδί.
Σ’ όλο τον κόσμο άρχισαν εμένα ν’ αναφέρουν,
κάποιοι με κατηγόρησαν και ντράπηκα πολύ.

Δείχνουν πως εξ αιτίας μου κι εκείνοι υποφέρουν
κι ανάλογα κοστολογούν δική τους αμοιβή.
Αρχίσαν απ’ το σπίτι μου πολλά να μεταφέρουν,
τα λίγα μου υπάρχοντα τα βγάζουν στο σφυρί.

Έχουνε βάλει διάφορους, ποσά να συνεισφέρουν,
μ’ έχουνε δέσει για καλά μ’ ένα μακρύ σκοινί.
Σαν το πειραματόζωο παντού με περιφέρουν,
το πάθημά μου το κρατούν και γι’ άλλους απειλή,
μα διακηρύσσουν διαρκώς πως θα μ’ επαναφέρουν
σε μια σωστή κατάσταση, ακμαίο κι υγιή.

Μου λεν πως παραφέρομαι, σαν έχω αντιρρήσεις,
πως δεν συμπεριφέρομαι με τρόπο λογικό,
πρέπει να ενδιαφέρομαι για τις δικές τους κρίσεις
κι αυτά που τους υπέγραψα, πιστά να τα τηρώ.

Μου δείχνουνε τους αριθμούς, τι έχουνε εισφέρει,
το πόσο ξοδευτήκανε, να γίνω εγώ καλά.
Για όσα στην υγεία μου έχουνε επιφέρει,
λογαριασμό δε δίνουνε, δε βγάζουνε μιλιά.

Παρά τα τόσα φάρμακα δεν έχουν καταφέρει
να διώξουν την αρρώστια μου, γερός να σηκωθώ.
Το βλέπω πως κοντύτερα στον τάφο μ’ έχουν φέρει,
να μη μπορώ στα πόδια μου μόνος μου να σταθώ.

Αυτές τους οι προσπάθειες τι έχουν αποφέρει,
όπως και τόσες γνώμες τους που έχουνε εκφέρει;
Αυτός που κάνει το καλό έτσι πώς τον συμφέρει,
από τον άλλο, τον κακό, σε τι τάχα διαφέρει;