Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ελλάς ελλήνων χριστιανών ΕΑΤ-ΕΣΑ


Σαν σφάγιο πάνω στο κρύο τσιμέντο,
κορμί μαυρισμένο, σπασμένα πλευρά.
Γελούν στο κελί της με ύφος γενναίο,
και μ’ έναν κουβά τής πετούνε νερά.

Για μπάλα την είχαν οι δέκα αρβύλες,
μια ώρα κλωτσούσαν χωρίς δισταγμό,
βροχή οι βρισιές τους, χριστούς, παναγίες,
με λύσσα κι οι πέντε μπροστά στον εχθρό,
κι εκείνη, νεκρές-ζωντανές τις αισθήσεις,
με πείσμα κρατούσε το στόμα κλειστό.

Σταμάτησαν πια ιδρωμένοι οι πέντε,
η ώρα πλησίασε για φαγητό,
στολή ευπρεπίζουν, αρβύλες σκουπίζουν,
να έχουν σωστό παρουσιαστικό
Με τάξη στις θέσεις μπροστά στο τραπέζι.
Και πριν ξεκινήσουνε κάνουν σταυρό.

                              Ανάρτηση αφιερωμένη σ’ εκείνους που έπεσαν
                                       στα νύχια των υπανθρώπων της χούντας.


Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Φέρομαι και με φέρουν στην 20η


Ευδιάκριτα επάνω μου προβλήματα υγείας,
δε φρόντισα για συμβουλή ενός καλού γιατρού,
ήμουνα της αναβολής και της αδιαφορίας
και κάποια μέρα έπεσα σε κρίση πανικού.

Ήρθανε ξάφνου τρεις γιατροί για να με συνεφέρουν,
φαίνεται η αρρώστια μου ήταν πολύ βαριά.
Αρχίσανε παράξενα  λογάκια να προφέρουν
και φάρμακα πανάκριβα να γράφουν στη σειρά.

Είπανε, για χατίρι μου τα πάντα θα προσφέρουν,
αν κάνω ό,τι θα μου πουν κι είμαι καλό παιδί.
Σ’ όλο τον κόσμο άρχισαν εμένα ν’ αναφέρουν,
κάποιοι με κατηγόρησαν και ντράπηκα πολύ.

Δείχνουν πως εξ αιτίας μου κι εκείνοι υποφέρουν
κι ανάλογα κοστολογούν δική τους αμοιβή.
Αρχίσαν απ’ το σπίτι μου πολλά να μεταφέρουν,
τα λίγα μου υπάρχοντα τα βγάζουν στο σφυρί.

Έχουνε βάλει διάφορους, ποσά να συνεισφέρουν,
μ’ έχουνε δέσει για καλά μ’ ένα μακρύ σκοινί.
Σαν το πειραματόζωο παντού με περιφέρουν,
το πάθημά μου το κρατούν και γι’ άλλους απειλή,
μα διακηρύσσουν διαρκώς πως θα μ’ επαναφέρουν
σε μια σωστή κατάσταση, ακμαίο κι υγιή.

Μου λεν πως παραφέρομαι, σαν έχω αντιρρήσεις,
πως δεν συμπεριφέρομαι με τρόπο λογικό,
πρέπει να ενδιαφέρομαι για τις δικές τους κρίσεις
κι αυτά που τους υπέγραψα, πιστά να τα τηρώ.

Μου δείχνουνε τους αριθμούς, τι έχουνε εισφέρει,
το πόσο ξοδευτήκανε, να γίνω εγώ καλά.
Για όσα στην υγεία μου έχουνε επιφέρει,
λογαριασμό δε δίνουνε, δε βγάζουνε μιλιά.

Παρά τα τόσα φάρμακα δεν έχουν καταφέρει
να διώξουν την αρρώστια μου, γερός να σηκωθώ.
Το βλέπω πως κοντύτερα στον τάφο μ’ έχουν φέρει,
να μη μπορώ στα πόδια μου μόνος μου να σταθώ.

Αυτές τους οι προσπάθειες τι έχουν αποφέρει,
όπως και τόσες γνώμες τους που έχουνε εκφέρει;
Αυτός που κάνει το καλό έτσι πώς τον συμφέρει,
από τον άλλο, τον κακό, σε τι τάχα διαφέρει;


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Του Απρίλη


Χειμώνα κρατάς την αυγή σου, Απρίλη,
εδώ στα τοπία μου τα ορεινά,
μα γρήγορα φέρνεις το γέλιο στα χείλη,
του κόσμου η νιότη μαζί σου ξυπνά.

Τα δέντρα που δε γελαστήκαν το Μάρτη
κι αντέξανε χιόνια και μέρες υγρές,
λουλούδια απλώνουν στου χρόνου το χάρτη,
ολάνθιστα, μοιάζουν πλατιές αγκαλιές.

Με βιάση στο νέκταρ οι μέλισσες τώρα
πετούν να προλάβουν το ήμερο φως,
ακάματες μέχρι την ύστατη ώρα
στο νου τους ο ένας κοινός τους σκοπός.

Τις νέες φωλιές τα πουλιά ξαναστήνουν,
στον κόσμο να φέρουν καινούρια ζωή,
με νότες λυκαύγιες μας το θυμίζουν:
Ο έρωτας δίνει μιαν άλλη αρχή.

Απρίλη, χαμόγελα χίλια μάς φέρνεις,
τη θλίψη μάς σβήνεις του γκρίζου καιρού,
ελπίδες φτερώνεις, καρδιές ανασταίνεις,
και πλέουμε πια στ’ ανοιχτά τ’ ουρανού.


Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Αναβολές διαχρονικές


Το έργο μεγάλο, βαρύ και επείγον
και βάλαμε πλάτη εργάτες πολλοί,
με πίστη στο όραμα και στο καθήκον.
Καμία στη σκέψη μας αναβολή.

Ποικίλα εμπόδια μες στην πορεία,
συμφέροντα, φόβοι, παγίδες πολλές,
οι λίγοι κουράστηκαν, βρήκαν αιτία,
εμείς αταλάντευτοι στις απειλές.

Το πείσμα μας όπλο στις δύσκολες ώρες,
η πίστη μας ίδια, και όλοι μαζί,
επίμονα βήματα στις ανηφόρες.
Αρχίσαν να φαίνονται πρώτοι καρποί,

Σκαθάρια και ύαινες χάραξαν δρόμους
εκεί που κυρίαρχη είν’ η σκιά,
αισχροί αυλοκόλακες βρήκαν τους τρόπους
και στρείδια γινήκανε αρχηγικά.

Σημάδια απρόβλεπτα μες στην πορεία,
ξεθώριασαν τόσες σωστές εντολές,
στελέχη ασήμαντα πήραν ηνία
με άλλες παράταιρες επιλογές.

Κι εμείς σε παράταιρη αμηχανία – 
παράξενη όλων μας η ανοχή.
Αξίες, οράματα, φιλοπατρία
σε άδοξη άπρεπη αναβολή.


Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Δυσδιάκριτο


Ήταν απόγεμα, γάμος – επίδειξη,
λούσα, στολίδια, ο κόσμος πολύς,
μέσα στο πλήθος γυρνούσα την πλήξη μου,
(προσκεκλημένος κι εγώ, συγγενής).

Χρονοτριβή στην πολύχρωμη σύναξη,
όλα κυλούσαν αργά, βαρετά,
ώσπου κοντά μου, τυχαία, απρόσμενα,
από τον Όμηρο μία θεά!

Κάλλους αρχαίου γενναίο υπόδειγμα,
Λήδα, Ελένη, Κλειώ, Ναυσικά,
τόσα ονόματα ήρθαν αυθόρμητα,
κι έσβησε η πλήξη μου στην ομορφιά.

Πρόσωπο θείο, χαμόγελο βάλσαμο,
όλο το είναι της μια ζωγραφιά,
του Παιωνίου γλυπτό αλαβάστρινο.
Μόνο στα μάτια της κάποια σκιά.

Αυτοπεποίθηση μέσα στη χάρη της,
όπως στεκότανε ευθυτενής,
δίπλα της σύζυγος ευπαρουσίαστος,
σίγουρα ήταν πολύ ευτυχής.

Κάποια στιγμή χαμηλόφωνος διάλογος,
κι εγώ ακούσιος ωτακουστής.

Είχε μια ένταση όπως ξεκίνησε,
μάλλον εκείνη τα νεύρα πολλά,
με ηρεμία εκείνος τής μίλησε.
Μάταιος κόπος. Η γλώσσα μακριά!

Βία στον τόνο της, λόγια ανοίκεια,
μία τραχύτητα φασιστική.
Ποιος θα περίμενε τέτοια αήθεια;
Καταλυπήθηκα τον …ευτυχή!

Αποτραβήχτηκα λίγο μακρύτερα
την παρατήρησα προσεκτικά.
Τ’ όμορφο πρόσωπο είδα καλύτερα.
Φίδι κρυφό στων ματιών τη σκιά!

Ω πλανημένα ανύποπτα θύματα,
δείτε βαθύτερα την ομορφιά.
Κρίμα μεγάλο να είστε αθύρματα
στης κακοήθειας την αγκαλιά.


Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Εχθροί και εχθροί


Αμετανόητοι εχθροί, αδίστακτοι και ιταμοί 
μαχαίρια ακονίζουν,
τα σύνορα δεν τους χωρούν, νυχθημερόν καραδοκούν,
τους χάρτες πριονίζουν.

Εξοπλισμένοι απειλούν, το παρελθόν τους δεν ξεχνούν,
αττίλες αιμοβόροι.
Οι σύμμαχοί μας σιωπηλοί, κι «ευαίσθητοι» και κυνικοί,
πιλάτοι κερδοβόροι.

Κι εδώ…
Διαπραγματεύσεις δανειστών, ψηφοφορίες σωρηδόν
των ξένων διαταγμάτων.
Μία πατρίδα στο σφυρί, μαζί και λόγοι ηρωικοί!
Ντροπή ξεπουλημάτων.

Αψιμαχίες πληκτικές, επαναλήψεις θλιβερές,
μονόλογοι, διαλέξεις.
Μπροστά σε άβυσσο δεινή, Ενότητα και Λογική
παρωχημένες λέξεις.


Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Και πίσω ξένος


Χτισμένο μέσα στα βουνά, χωριό μου παινεμένο,
με διάσελα ζωγραφιστά, περήφανες κορφές,
τα πεύκα και τα έλατα σ’ έχουν τραγουδισμένο,
μαζί με τις βαθύσκιωτες, τις δροσερές πηγές.

Ωραίο ήταν το χωριό, μα άσχημη η φτώχεια,
μικρά τα πετροχώραφα, τα γίδια λιγοστά,
η ζήση ένα βάσανο, τρανή η στεναχώρια,
φθηνό το μεροκάματο, τα στόματα πολλά.

Και ξάφνου μάς ακούστηκε η λύση Αυστραλία,
να κάνουμε την τύχη μας, να βγάλουμε λεφτά.
Κατάρα, είπαν οι γριές, οι νέοι, σωτηρία,
και κάμποσοι κινήσαμε με ναύλα δανεικά.

Μονάχα ένας ο σκοπός, να φύγουμε απ’ τη φτώχεια,
και πίσω να γυρίσουμε με χρήμα αρκετό,
γονείς, παιδιά να βγάλουμε από την ανημπόρια
να σπρώξουμε το σήμερα, το δύσκολο καιρό.

Σκληρή αρχή σε άγνωστη αλλιώτικη πατρίδα,
μα πίστη να πετύχουμε τον ένα μας σκοπό,
καθένας όπου μπόρεσε στης τύχης την ελπίδα
κι εγώ στο εργοστάσιο σε άφιλο ρυθμό.

Σιγουρεμένος ο μισθός, χωρίς βροχές και χιόνια,
και στους γονείς οι τακτικές μικρές επιταγές.
Το όνειρο ξεθώριασε στον άνισο αγώνα
και η ζωή μελέτησε δικές της αλλαγές.

Τα χρόνια ασταμάτητα, στυφή ευημερία,
του πλούτου το κυνήγημα παγίδα δολερή,
πνιγμένος μέσα στις δουλειές, δε βρήκα ευκαιρία.
Κι ο χάρος πίσω στο χωριό δεν είχε υπομονή…

Οι μέρες στην πορεία τους, στην ίδια ιστορία,
τις μνήμες τις κρατούσανε σε νάρκη φανερή,
οι νύχτες όμως πότιζαν κρυφά τη νοσταλγία
και θέριεψε η απαίτηση για την επιστροφή.

Και να ’μαι τώρα στο χωριό, στ’ αθάνατα βουνά μας,
περήφανα ορθώνονται, μα στέκουνε βουβά,
αγκάθια και χαμόκλαδα στα πετροχώραφά μας,
κουδούνια δεν ακούγονται, δεν αλυχτούν σκυλιά.

Όπου γυρίζω τη ματιά, αυλές χορταριασμένες
και λίγα σπίτια μένουνε ακόμα ανοιχτά,
οι πόρτες τού Σχολείου μας σαρακοφαγωμένες
και στα σοκάκια ερημιά, δεν παίζουνε παιδιά.

Αιμόφυρτο το σπίτι μας στο πάλεμα του χρόνου,
ο αδερφός μου, γέροντας, σαν φίλος μακρινός,
το παραμύθι που ’πλαθα τις νύχτες στο μυαλό μου,
απότομα διαλύθηκε σαν να ’τανε ατμός.

Με άλλη κρίση σ’ άφησα, χωριό αγαπημένο,
και τώρα πια με καρτερούν μονάχα οι σκιές.
Όλα τριγύρω με κοιτούν και με θαρρούνε ξένο.
Κι ακούω πάλι τις γριές εκείνες, τις σοφές.